απλά

απλά
επίρρ.
1) просто, несложно, ясно; 2) просто, непринуждённо, естественно, безыскусственно

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "απλά" в других словарях:

  • ἁπλά — ἁπλός neut nom/voc/acc pl ἁπλά̱ , ἁπλός fem nom/voc/acc dual ἁπλά̱ , ἁπλός fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπλα — η ευρυχωρία: Στο μέρος εκείνο υπήρχε μεγάλη άπλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άπλα — η 1. ανοιχτός, υπαίθριος χώρος 2. γεν. ευρυχωρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < απλώνω, με υποχωρητικό σχηματισμό (πρβλ. ανασαίνω ανάσα, λερώνω λέρα κ.λπ.) ή < απλός (πρβλ. φαλακρός φαλάκρα)] …   Dictionary of Greek

  • απλά — επίρρ. τροπ., βλ. απλός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπλᾶ — ἀπό λάω 1 pres subj act 1st sg (doric aeolic) ἀπό λάω 1 pres ind act 1st sg (doric aeolic) ἀπό λάω 2 seize pres subj act 1st sg (doric aeolic) ἀπό λάω 2 seize pres ind act 1st sg (doric aeolic) ἀπό λάζω fut ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁπλᾶ — ἁπλόος twofold neut nom/voc/acc pl (attic) ἁπλόος twofold fem nom/voc/acc dual (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁπλᾷ — ἁπλός fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπλατον — ἄπλᾱτον , ἄπλατος unapproachable masc/fem acc sg (attic doric) ἄπλᾱτον , ἄπλατος unapproachable neut nom/voc/acc sg (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλάτοι' — ἀπλά̱τοιο , ἄπλατος unapproachable masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλάτοις — ἀπλά̱τοις , ἄπλατος unapproachable masc/fem/neut dat pl (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπλάτου — ἀπλά̱του , ἄπλατος unapproachable masc/fem/neut gen sg (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»